Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΓΙΑΤΙ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

«το πρώτο φως της αυγής έρχεται μέσα από το πιο βαθύ σκοτάδι»

Μέχρι το βράδυ του Σαββάτου 06/12/08 θα μπορούσαμε να πούμε ότι «jusqu’ ici tout va bien» παρακολουθώντας την ατομική πτώση του καθενός από μας πάνω στην έρημο του καπιταλιστικού συστήματος. Μετά ήρθε η πρόσκρουση και μια καταστροφική τρέλλα κατέλαβε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας της χώρας. Πρώτα, όπως έχει συμβεί αρκετές φορές στην ιστορία, μίλησαν οι πράξεις. Στην αρχή μίλησε το όπλο ενός μπάτσου, κραυγάζοντας με τον πιο ωμό τρόπο την απέχθεια κάθε είδους εξουσίας απέναντι στο φαινόμενο της ζωής. Με το που κύλησε το αίμα ενός εφήβου, αμέσως μια άλλη κραυγή μεταδόθηκε αστραπιαία από τα Εξάρχεια στο οικονομικό κέντρο της μητρόπολης κι άλλων μεγάλων πόλεων, μια κραυγή αρθρωμένη από καταρρέοντα τζάμια και φλόγες που μετασχημάτιζαν τράπεζες και εμπορικά κέντρα σε ένα σύννεφο οργής που έγραφε ΕΚΔΙΚΗΣΗ.

Δυο μέρες αργότερα τα χριστουγεννιάτικα κέντρα των πόλεων έμοιαζαν λες και είχαν δεχτεί
βομβαρδισμό κατά την διάρκεια ενός πολέμου, ενώ η ήδη καταρρέουσα λόγω της κρίσης οικονομία, δέχτηκε άλλο ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά της από ορδές «αλητών» που επιδίδονταν σε λεηλασίες εμπορευμάτων. «Η συμφωνία της Βάρκιζας έσπασε, έχουμε πόλεμο ξανά». Μιλάμε για την επιστροφή της ταξικής πάλης στο προσκήνιο και την λύση στην κρίση: Για εμάς. Και είμαστε ακόμα στην αρχή. Πάμε…

Είμαστε κομμάτι μιας εξέγερσης της ζωής ενάντια στον καθημερινό θάνατο που επιβάλλουν οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις. Με την καταστροφική δύναμη που κρύβαμε στα χέρια μας πραγματοποιούμε μια μανιασμένη (αλλά αντιφατική) επίθεση στο θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας. Καταλαμβάνουμε τους δρόμους, αναπνέοντας ελεύθερα παρά τα δακρυγόνα, επιτιθέμενοι στην πιο μισητή εικόνα του εαυτού μας: Στην εικόνα του εαυτού μας ως δούλου των αφεντικών, που στην πιο ακραία του, σιχαμερή και δολοφονική μορφή λέγεται μπάτσος. Στήνουμε τέλος ένα γερό οδόφραγμα στην μίζερη κανονικότητα ενός κύκλου παραγωγής και κατανάλωσης. Στην παρούσα συγκυρία, ότι πιο σημαντικό διακυβεύεται είναι η ενίσχυση αυτού του οδοφράγματος απέναντι στον ταξικό εχθρό. Ακόμα όμως κι αν υποχωρήσουμε κάτω από την πίεση των (παρα)κρατικών καθαρμάτων και στην ανεπάρκεια του οδοφράγματος, όλοι γνωρίζουμε ότι τίποτε στην ζωή μας δεν πρόκειται να είναι ξανά το ίδιο.
Μιλάμε επίσης πάνω στην ιστορική συγκυρία της ανασύνθεσης ενός νέου ταξικού υποκειμένου, που από παλιά κουβαλά την υπόσχεση ότι θα αναλάβει τον ρόλο του νεκροθάφτη του καπιταλιστικού συστήματος. Θεωρούμε ότι το προλεταριάτο δεν υπήρξε ποτέ τάξη εξαιτίας της θέσης του, αλλά αντίθετα συγκροτείται ως τάξη για τον εαυτό της πάνω στο έδαφος της σύγκρουσης με τα αφεντικά, πρώτα πράττοντας και μετά συνειδητοποιώντας την πράξη του. Η ανασύνθεση πραγματοποιείται από ομάδες υποκειμένων που αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν τον έλεγχο πάνω στις ζωές τους, από ομάδες που έχουν στριμωχτεί ή στριμώχνονται βίαια στον πάτο του βαρελιού και έχουν μπει σε μια αντιφατική τροχιά ένωσης.
Η μισθωτή εργασία υπήρξε ανέκαθεν ένας εκβιασμός. Σήμερα, επιπλέον, δεν είναι λίγοι οι εργάτες οι οποίοι απασχολούνται ευκαιριακά και επισφαλώς σε τομείς που, ενώ είναι αναγκαίοι για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κυριαρχίας, δε συμβάλλουν στη δημιουργία οποιασδήποτε κοινωνικής χρησιμότητας. Στους τομείς αυτούς οι ταξικοί αγώνες εξορίζονται από το έδαφος της αυτοδιαχείρισης της παραγωγής, στο έδαφος του γενικευμένου μπλοκαρίσματος και του σαμποτάζ. Την ίδια στιγμή, η αυτοματοποίηση της παραγωγής και η εγκατάλειψη των πολιτικών πλήρους απασχόλησης δημιουργούν ολόκληρες στρατιές ανέργων που ωθούνται στο περιθώριο και προσφεύγουν στη μαύρη εργασία ή στην οικονομία του εγκλήματος για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
Άνεργοι, επισφαλείς εργάτες, μαθητές και φοιτητές που προορίζονται για τις θέσεις των μελλοντικών μισθωτών σκλάβων, αλλοδαποί μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς που βιώνουν καθημερινά την περιθωριοποίηση και την καταπίεση συγκρότησαν μαζί με ριζοσπαστικές μειοψηφίες εργατών την κοινότητα των εξεγερμένων του Δεκέμβρη, η οποία θεμελιώθηκε στην κοινή συνθήκη της αλλοτρίωσης και της εκμετάλλευσης που χαρακτηρίζει μια κοινωνία βασισμένη στην εργασία-εμπόρευμα. Να υπενθυμίσουμε επίσης ότι τα προεόρτια της εξέγερσης είχαν γιορταστεί από τους ακόμα πιο κάτω, από αυτούς που έχουν στερηθεί κάθε χαρά στα κολαστήρια της δημοκρατίας, τους κρατουμένους των ελληνικών φυλακών.

Το εξεγερσιακό πάρτυ το παρακολουθούν χωρίς να συμμετέχουν, αλλά μέχρι στιγμής και χωρίς να καλούν την αστυνομία να το διαλύσει, οι ιδιοκτήτες του εμπορεύματος εργατική-δύναμη που το είχαν επενδύσει στο χρηματιστήριο της κοινωνικής ασφάλειας και της προσδοκίας εξόδου των απογόνων τους από την μισθωτή σχέση. Με την αντικατάσταση της κοινωνικής ασφάλειας από την αστυνομική ασφάλεια και την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της ταξικής κινητικότητας, πολλοί/ες εργαζόμενοι/ες σπρώχνονται σε μια (σημαντική κοινωνικά) ηθική δικαιολόγηση του νεοαλαιίστικου ξεσπάσματος υπό το βάρος του καταρρέοντος σύμπαντος της μικροαστικής ιδεολογίας και της κρατικής ύβρεως, χωρίς ακόμα να στρατεύονται ενεργά στην επίθεση εναντίον αυτού του δολοφονικού κόσμου.
Επιμένουν να σέρνουν το κουφάρι τους σε τριμηνιαίες λιτανείες των εργατοπατέρων και να υπερασπίζονται μια θλιβερή συντεχνιακή ηττοπάθεια απέναντι στην ορμητική ταξική επιθετικότητα που ξεπροβάλλει. Αυτοί οι δυο κόσμοι συναντήθηκαν την Δεύτερα 08/12 στον δρόμο και λαμπάδιασε όλη η χώρα. Ο κόσμος της συντεχνιακής ηττοπάθειας κατέβηκε στον δρόμο για να υπερασπιστεί το δημοκρατικό δικαίωμα των διαχωρισμένων ρόλων του πολίτη, του εργάτη, του καταναλωτή να διαμαρτύρονται χωρίς να πυροβολούνται. Δίπλα αλλά τόσο μακριά από την ψευδό-κοινότητα των ατομικοτήτων, ο κόσμος της ταξικής επιθετικότητας κατέβηκε στο πεζοδρόμιο με την μορφή οργανωμένων «συμμοριών» που σπάνε, καίνε, λεηλατούν και ξηλώνουν οδοστρώματα για να πετροβολήσουν τους δολοφόνους. Ό πρώτος κόσμος, (όπως τουλάχιστον εκφράζεται από την πολιτική των εργατοπατέρων) τρόμαξε τόσο από την παρουσία του δεύτερου, που την Τετάρτη 10/12 προσπάθησε να διαδηλώσει χωρίς την ενοχλητική παρουσία των «μιασμάτων». Το δίλημμα πάντως για το πώς κατεβαίνουμε στον δρόμο έχει τεθεί: Ή με την δημοκρατική καβάτζα του πολίτη ή με την συγκρουσιακή αλληλεγγύη της παρέας, του επιθετικού μπλοκ, της πορείας που υπερασπίζεται την ύπαρξη του καθενός με «ντου» και οδοφράγματα.

Τα Δεκεμβριανά γεγονότα του 2008 στην Ελλάδα αποτελούν το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας σειράς εξεγέρσεων που σαρώνουν τον καπιταλιστικό κόσμο. Στη φάση της παρακμής της, η καπιταλιστική κοινωνία δεν μπορεί πια ούτε καν επιδιώκει να αποσπάσει τη συναίνεση των εκμεταλλευομένων μέσω της ενσωμάτωσης των επιμέρους διεκδικήσεών τους. Γι’ αυτό και απομένει μόνο η καταστολή. Με την αναδιάρθρωση που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 (για να αποκρούσει την προλεταριακή ανταρσία που έγινε γνωστή ως «κίνημα του ’68»), το κεφάλαιο βρέθηκε αντιμέτωπο με την εξής αντίφαση: ενώ δημιουργούσε μια ανθρώπινη μάζα που αποτελούνταν από παθητικούς θεατές-καταναλωτές εμπορευμάτων, έπρεπε ταυτόχρονα να τους στερήσει (με τη συμπίεση των εισοδημάτων τους) τη δυνατότητα για την αγορά αυτών των εμπορευμάτων. Από αυτή την άποψη, δεν είναι δυνατόν να προκαλεί έκπληξη η λεηλασία ενός πολυκαταστήματος στην οδό Σταδίου από ανθρώπους στους οποίους μοιράζονται καθημερινά οι υποσχέσεις μιας απατηλής καταναλωτικής ευτυχίας ενώ την ίδια στιγμή τούς αφαιρούνται τα μέσα για την εκπλήρωση αυτών των υποσχέσεων.
Η εξέγερση του Δεκέμβρη δε διατύπωσε συγκεκριμένα αιτήματα ή διεκδικήσεις επειδή ακριβώς τα υποκείμενα που την διεξήγαν βιώνουν καθημερινά και, επομένως, γνωρίζουν την άρνηση της κυρίαρχης τάξης να ικανοποιήσει κάθε τέτοιο αίτημα. Τα ψελλίσματα της αριστεράς που, αρχικά, διεκδίκησε την παραίτηση της κυβέρνησης αντικαταστάθηκαν ταχύτατα από έναν σιωπηλό τρόμο και από την αγωνιώδη προσπάθειά της να εκτονωθεί το ανεξέλεγκτο εξεγερτικό κύμα. Η απουσία οποιασδήποτε μεταρρυθμιστικής διεκδίκησης αντανακλά μια υφέρπουσα (και ίσως ασυνείδητη ακόμα) διάθεση ριζικής εναντίωσης και ξεπεράσματος των υπαρχουσών εμπορευματικών σχέσεων και δημιουργίας ποιοτικά καινούργιων.

Τα πάντα ξεκινούν και ωριμάζουν στη βία – αλλά τίποτα δε σταματά εκεί. Η καταστροφική βία που εξαπολύθηκε στα γεγονότα του Δεκέμβρη και προκάλεσε το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής κανονικότητας στο κέντρο της μητρόπολης, ήταν μια συνθήκη αναγκαία αλλά όχι επαρκής για τη μετουσίωση της εξέγερσης σε μια απόπειρα κοινωνικής χειραφέτησης. Η αποσταθεροποίηση της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι ανέφικτη χωρίς την παράλυση της οικονομίας – δηλαδή χωρίς τη διατάραξη της λειτουργίας των κέντρων παραγωγής και διανομής, μέσω του σαμποτάζ, των καταλήψεων, των απεργιών. Η έλλειψη θετικής, δημιουργικής πρότασης για μια διαφορετική μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων υπήρξε – μέχρι στιγμής – κάτι παραπάνω από εμφανής. Παρόλα αυτά, η εξέγερση του Δεκέμβρη πρέπει να γίνει κατανοητή στο ιστορικό πλαίσιο μιας ευρύτερης διαδικασίας αναζωπύρωσης της ταξικής πάλης που εξελίσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή η διαδικασία καλείται να συνεχιστεί και να επιδιώξει μια ποιοτική εμβάθυνση των θετικών περιεχομένων της προκειμένου να καταστεί πραγματικά επικίνδυνη και δυνητικά απελευθερωτική.
Μια σειρά από κινηματικές πρακτικές – οι οποίες έχουν ήδη εφαρμοστεί στοιχειωδώς σε πολλές χώρες όπου εκτυλίχθηκαν πρόσφατα σημαντικές ταξικές συγκρούσεις – προτάσσουν και πραγματώνουν σε εμβρυακό επίπεδο εκείνη την ανθρώπινη κοινότητα που καταργεί και υπερβαίνει δημιουργικά τις αλλοτριωτικές εμπορευματικές σχέσεις: τα σχολεία που καταλαμβάνονται από τους μαθητές ώστε να χρησιμοποιηθούν ως ορμητήρια για την επανοικειοποίηση του δρόμου και των δημόσιων χώρων εν γένει• τα δημόσια αντιμαθήματα που οργανώθηκαν στο πλαίσιο του πρόσφατου κινήματος φοιτητών-επισφαλών στην Ιταλία, θέτοντας αφειδώς τη γνώση στην υπηρεσία της συγκροτούμενης κοινότητας• οι συλλογικές απαλλοτριώσεις σε σουπερμάρκετ και βιβλιοπωλεία και η συλλογική ζωή στις καταλήψεις σε ένα πλαίσιο αυτοεκπλήρωσης των αιτημάτων για δωρεάν σίτιση, στέγαση, βιβλία• η ριζική αμφισβήτηση των σχέσεων ιδιοκτησίας, η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια στη θέση της ατομικής ιδιοποίησης (και κάποιες φορές μεταπώλησης) των εμπορευμάτων που απαλλοτριώνονται• οι συνελεύσεις γειτονιάς που συντονίζονται, ξεκινώντας από την ενασχόληση με τοπικά ζητήματα, προεικονίζοντας έτσι μια κοινωνία όπου οι αποφάσεις παίρνονται και εκτελούνται χωρίς τη μεσολάβηση οποιασδήποτε διαχωρισμένης εξουσίας (βλ. και εξεγερμένη Οαχάκα)• οι δωρεάν μετακινήσεις με τα μέσα μεταφοράς και τα déménages (εισβολή σε γραφεία ευρέσεως εργασίας και μεταφορά του εξοπλισμού τους στους δρόμους) που πραγματοποιήθηκαν συστηματικά κατά τη διάρκεια του ‘αντι-CPE’ κινήματος στη Γαλλία. Τέτοιες (και αναρίθμητες άλλες, που θα γεννηθούν από την ατομική και συλλογική ευφυΐα) είναι οι πρακτικές που μπορούν να εμπλουτίσουν και να γονιμοποιήσουν τις δυνάμεις της άρνησης, έτσι ώστε να αρχίσει να σκιαγραφείται μέσα από τη θύελλα της εξέγερσης η ποθητή μορφή μιας ελεύθερης, κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κάνουμε ότι μπορούμε για να μην εγκαταλείψουμε τις καταλήψεις και τους δρόμους, γιατί δεν θέλουμε να γυρίσουμε σπίτια μας. Γινόμαστε σκυθρωποί και δυστυχισμένοι στην «ρεαλιστική» σκέψη ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούμε να επιστρέψουμε στην κανονικότητα. Πλημμυρίζουμε από ευτυχία στην σκέψη ότι είμαστε στην αρχή μιας ιστορικής διαδικασίας αναζωπύρωσης της ταξικής πάλης, που αν το θελήσουμε, αν το παλέψουμε, αν το πιστέψουμε, δύναται να μας οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση, στην επαναστατική απόδραση από το σύστημα.

Προλετάριοι από την κατειλημμένη ΑΣΟΕΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια: