Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Βεδουίνος όσο θέλετε! Πολίτης ποτέ_eng

«Έχοντας µέσω των τελευταίων έργων µας κάνει εµφανές στον κόσµο πόσο εκτιµούµε την ελευθερία,

δεσµευόµαστε πια µε αµοιβαίο χρέος να κάνουµε ό,τι µπορούµε ώστε να αποτρέψουµε την επιστροφή στην σκλαβιά»

(Levellers, συµφωνία του λαού, αγγλική επανάσταση 1647).

Ας κοιτάξουµε πέρα από τα δακρυγόνα, τα γκλοµπ και τις κλούβες: η επιχείρηση την οποία διεξάγουν τα αφεντικά από το βράδυ του Σαββάτου δεν αποτελεί απλά έναν συνδυασµό καταστολής και προπαγάνδας, µα εφαρµογή µιας σειράς από µεθόδους επαναδιαπραγµάτευσης της κοινωνικής ειρήνης και συναίνεσης.

Από το κκε που βλέπει στους εξεγερµένους υποχείρια του συριζα και της cia ως τον πάγκαλο που γκρινιάζει πως η αθήνα µοιάζει µε πόλη του ανατολικού µπλοκ, µε τους δρόµους άδειους από καταναλωτές και από τον µητροπολίτη θεσσαλονίκης που εκλιπαρεί το ποίµνιο να πάει για ψώνια ως την δεθ που υπόσχεται δωρεάν παρκινγκ σε όσους κατέβουν στο κέντρο της πόλης για τις χριστουγεννιάτικες αγορές, όλα αφορούν έναν κοινό στόχο. Την διαδικασία διαµεσολάβησης από τον κυρίαρχο λόγο της σχέσης ανάµεσα στα υποκείµενα της εξέγερσης αλλά και της σχέσης των εξεγερµένων µε τα ευρύτερα κοινωνικά κοµµάτια στα οποία αναφέρονται. Την διαδικασία επιστροφής στην οµαλότητα της δηµοκρατίας και των εµπορευµάτων. Έτσι, η επόµενη µέρα της εξέγερσης, που τυχαίνει να συµπίπτει µε µια νεκρή φιέστα καταναλωτών όπως είναι τα χριστούγεννα, επενδύεται µε την απαίτηση να γιορταστεί ως τέτοια πάση θυσία, όχι απλά για να γεµίσουν κάποια παγκάρια, µα για να επιστρέψουµε στους τάφους. Η επόµενη µέρα είναι η απαίτηση των νεκροζώντανων να µην τους ενοχλήσει τίποτα στον αιώνιο ύπνο τους. Είναι ένα moratorium, µια ανακωχή που νοµιµοποιεί ό,τι διακυβεύτηκε στην εξέγερση. Είναι η ενεργητική διεκδίκηση του δικαιώµατος κάποιων να γιορτάσουν επί πτωµάτων την κενότητα του θεαµατικού τους κόσµου, του κόσµου µιας ήσυχης και ειρηνικής ζωής. Και δεν υπάρχει κεντρικότερο όπλο στα χέρια των στρατηγών αυτού του πολέµου από την επίκληση της απολύτου άχρονης ιδέας, της δηµοκρατίας.

Ο λόγος-για-την-δηµοκρατία ο οποίος αναπτύσσεται πλέον όλο και πιο πυκνά από τους δηµαγωγούς της αταραξίας έχει στόχο το κοινωνικό φαντασιακό, το συλλογικό πεδίο διάθρωσης των επιθυµιών, των φόβων και των ενορµήσεων. Εκεί δηλαδή όπου διεξάγονται αόρατα οι διαδικασίες που µπορούν να εγγυηθούν ή να διασαλέψουν την τάξη και την αλήθεια της. Όλοι γνώριζαν πολύ πριν την δολοφονία του Αλέξη πως από τα βατοπέδια µέχρι τη ζαρντινιέρα, κι από τις υποκλοπές µέχρι τον νόµο-πλαίσιο, η ολιγαρχία του κεφαλαίου έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να µοιάζει δηµοκρατική ακόµα και µε αστικούς όρους. Μα αυτό δεν είναι, ούτε εδώ ούτε πουθενά, κάτι που ανησυχεί τα αφεντικά. Διότι ακριβώς αυτή η διαρκής προβληµατική του καθεστώτος υπό όρους «είναι αρκετά δηµοκρατικό; - είναι πραγµατικά δηµοκρατικό;» αναπαράγει την καπιταλιστική ολιγαρχία η οποία στήνει γύρω της ένα χορό σκανδάλων, µετανοιών, παραιτήσεων, αιτηµάτων και µεταρρυθµίσεων, αποτρέποντας έτσι την αµφισβήτηση όχι της δηµοκρατικής ποιότητας του καθεστώτος, µα την ίδια την δηµοκρατία ως τρόπο οργάνωσης του κοινωνικού. Έτσι σήµερα τα αφεντικά µπορούν ακόµα να επικαλεστούν αυτή την υπέρτατη αξία, αυτό το µηχανισµό αξιοδότησης του πολιτικού, προκειµένου να επιφέρουν την κανονικότητα, την συναίνεση, τον συµβιβασµό. Προκειµένου να αφοµοιώσουν στη σφαίρα της διαµεσολάβησης την γενικευµένη αυθόρµητη οργή πριν αυτή οργανωθεί σε µια επαναστατική προοπτική, η οποία θα σαρώσει κάθε µεσάζοντα, ειρηνοποιό και δηµοκράτη φέροντας µια νέα µορφή οργάνωσης, την κοµµούνα.

Μέσα σε αυτό το ιλαρό κλίµα ενδοσκόπησης και απύθµενα ρηχών αναλύσεων οι έµµισθοι λειτουργοί του ψυχολογικού πολέµου, δείχνουν τους εξεγερµένους ωρυόµενοι: «Αυτό δεν είναι δηµοκρατικό, αυτό περιφρονεί τους κανόνες µε τους οποίους λειτουργεί η δηµοκρατία µας». Δεν µπορούµε παρά να µείνουµε για λίγο άφωνοι µπροστά σε αυτό που µέχρι σήµερα νοµίζαµε ανέφικτο: έστω και µε την πρόθεση να παραπλανήσουν, τα αφεντικά αυτής της χώρας ξεστόµισαν κάτι αληθινό. Περιφρονούµε την δηµοκρατία όσο τίποτα άλλο σε αυτό τον ξεπεσµένο κόσµο. Γιατί τι είναι η δηµοκρατία πέρα από ένα σύστηµα προνοµίων και καταναγκασµών στην υπηρεσία της ιδιοκτησίας και της ιδιωτικότητας; Και τι είναι οι κανόνες της αν όχι οι κανόνες διαπραγµάτευσης της νοµής του δικαιώµατος στο κατέχειν, οι αόρατοι κανόνες της αλλοτρίωσης; Η ελευθερία, η ισονοµία, η ισοπολιτεία, όλες αυτές οι νεκρές ιδεαλιστικές µάσκες δεν µπορούν να κρύψουν το έργο της µορφής τους: την καθολικοποίηση και συντήρηση του κοινωνικού ως µια οικονοµική σφαίρα, ως µια σφαίρα όπου όχι µόνο το τι έχεις παράγει, µα το τι είσαι και το τι µπορείς να κάνεις έχει ήδη αποξενωθεί. Οι αστοί τάζουν, µε φωνή που τρέµει από ευσέβεια: δικαιώµατα, δικαιοσύνη, ισότητα. Και οι εξεγερµένοι ακούνε: καταπίεση, εκµετάλλευση, λεηλασία. Η δηµοκρατία είναι το πολιτικό σύστηµα όπου όλοι είναι ίσοι µπροστά στην γκιλοτίνα του γενικού ισοδύναµου: του θεάµατος-εµπορεύµατος. Το µοναδικό πρόβληµα που απασχόλησε τους δηµοκράτες από τον Κρόµγουελ µέχρι τον Μοντεσκιέ, κι από τον Νταντόν µέχρι τον Λίνκολ είναι το ποια µορφή ιδιοκτησίας είναι επαρκής ώστε να αναγνωριστεί κάποιος ως πολίτης, ποια δικαιώµατα και ποιες υποχρεώσεις εγγυούνται ότι αυτός δεν θα αντιληφθεί ποτέ τον εαυτό του ως κάτι πέρα από ιδιώτη-πολίτη. Όλα τα άλλα δεν αποτελούν παρά ρυθµιστικές φιλολογίες ενός καθεστώτος στην υπηρεσία του κεφαλαίου.

Η περιφρόνησή µας για την δηµοκρατία δεν πηγάζει από κάποιο ιδεαλισµό, αλλά από την πέρα για πέρα υλιστική µας εχθρότητα απέναντι σε ένα κοινωνίκό µόρφωµα όπου η αξία και η οργάνωση περιστρέφονται γύρω από το εµπόρευµα και το θέαµα. Η εξέγερση αυτή ήταν εκ των πραγµάτων και µια εξέγερση ενάντια στην ιδιοκτησία και την αλλοτρίωση. Όποιος δεν κρύφτηκε πίσω από τις κουρτίνες τις ιδιωτικότητάς του, όποιος ήταν στους δρόµους, το γνωρίζει καλά: τα µαγαζιά λεηλατήθηκαν όχι για να µεταπουληθούν τα κοµπιούτερ, τα ρούχα, τα έπιπλα, µα για την ίδια την απόλαυση της καταστροφής αυτού που µας αποξενώνει – της φαντασµαγορίας του εµπορεύµατος. Όποιος δεν καταλαβαίνει γιατί κάποιος αγαλλιάζει στην θέα ενός κατεστραµµένου εµπορεύµατος είναι ή έµπορας ή µπάτσος. Οι πυρές που ζέσταναν τα σώµατα των εξεγερµένων τις µεγάλες νύχτες του Δεκέµβρη ήταν γεµάτες από τα απελευθερωµένα προϊόντα του µόχθου µας, από τα αφοπλισµένα σύµβολα ενός άλλοτε παντοδύναµου φαντασιακού. Απλά πήραµε ό,τι µας ανήκει και το ρίξαµε στις φλόγες µαζί µε κάθε του συνδήλωση. Το µεγάλο πότλατς των προηγούµενων ηµερών ήταν και µια εξέγερση της επιθυµίας απέναντι στον επιβεβληµένο κανόνα της έλλειψης. Μια εξέγερση του δώρου απέναντι στην κυριαρχία του χρήµατος. Μια εξέγερση της αναρχίας της άξιας χρήσης απέναντι στην δηµοκρατία της ανταλλακτικής αξίας. Μια εξέγερση της αυθόρµητης συλλογικής ελευθερίας απέναντι στην εκλογικευµένη ατοµική πειθάρχηση.

23/12/08


english translation

A Bedouin anytime! A citizen never.

Having by our late labours and hazards made it appear to the world at how high a rate we value our just freedom (…) we do now hold our selves bound in mutual duty to each other, to take the best care we can for the future, to avoid the danger of returning into a slavish condition

- Levellers, An Agreement of the People, 1647

Let’s look beyond the tear gas, the baton sticks and the riot police vans: The operation being conducted by the bosses since December 6th doesn’t comprise a mere combination of repression and propaganda; rather, it is the application of a series of methods aiming to re-negotiate social peace and consensus.

From the communist party, which views the revolted people as puppets of syriza (the euro-left parliamentary party – transl.) and of cia, all the way to socialist party politicians moaning that Athens resembles a city of the Eastern Block, what with its streets empty from consumers. From the archbishop of Thessaloniki, who begs his flock to go shopping and the city’s international exposition offering free parking to christmas shoppers, they all hold a common target: The return to the normality of democracy and consumption. Thus the day after the revolt, which happens to coincide with a dead consumer feast such as christmas, is accompanied by the demand that this must celebrated at all cost: not only in order for some tills to fill up but in order for us all to return to our graves. The day after holds the demand of the living dead that nothing disturbs their eternal sleep no more. It holds a moratorium legitimising the emptiness of their spectacle-driven world, a world of quiet and peaceful life. And the generals of this war hold no weapon that is more lethal than the appeal to that absolute, timeless idea: democracy.

The word-for-democracy, developing as it does ever more densely from the side of the demagogues of calmness, aims at the social imaginary – the collective field of structuring of desires and fears. It aims, in other words, at the field where procedures invisibly take place that can secure or threaten order and its truth. Everyone knew, well before the assassination of Alexis, that the oligarchy of capital had given up on trying even to seem democratic, even by bourgeois terms: economic scandals, blatant incidents of police violence, monstrous laws. Yet this fact is not, neither here nor anywhere else, what might worry the bosses. This is precisely because the constant reproduction of the establishment under such terms (“is it democratic enough? Is it really democratic?”) reproduces the capitalist oligarchy that builds around it a wall of scandals, remorses, resignations, demands and reforms – preventing, in this way, the questioning of (not the democratic qualities of the regime but) democracy as a system of social organising. Hence bosses can still appeal to this higher value today, this axiomatic mechanism of the political, in order to bring us back to normality, consensus, compromise. In order to assimilate the general spontaneous rage in the sphere of mediation before this rage can organise itself into a revolutionary potential which would swoop all and any intermediaries and peaceful democrats – bringing along a new form of organising: the commune.

Amidst this ludicrous climate of shallow analyses the salaried officials of the psychological warfare point at the revolted, howling: “That’s not democratic, that ignores the rules under which our democracy functions”. We cannot help but momentarily stand speechless in the face of what we would until recently have considered impossible. Even if having the intention to deceive, the bosses of this country have said something true: We despise democracy more than anything else in this decadent world. For what is democracy other than a system of discriminations and coercions in the service of property and privacy? And what are its rules, other than rules of negotiation of the right to own – the invisible rules of alienation? Freedom, rights equality, egalitarianism: all these dead ideological masks together cannot cover their mission: the generalisation and preservation of the social as an economic sphere, as a sphere where not only what you have produced but also what you are and what you can do are already alienated. The bourgeois, with a voice trembling from piety, promise: rights, justice, equality. And the revolted hear: repression, exploitation, looting. Democracy is the political system where everyone is equal in front of the guillotine of the spectacle-product. The only problem that concerned democrats, from Cromwell to Montesquieu, is what form of property is sufficient in order for someone to be recognised as a citizen, what kind of rights and obligations guarantee that they will never understand themselves as something beyond a private citizen. Everything else is no more than adjusting details of a regime in the service of capital.

Our despise for democracy does not derive from some sort of idealism but rather, from our very material animosity for a social entity where value and organising are centered around the product and the spectacle. The revolt was by definition also a revolt against property and alienation. Anyone that didn’t hide behind the curtains of their privacy, anyone who was out on the streets, knows it only too well: Shops were looted not for computers, clothes or furniture to be resold but for the joy of destructing what alienates us: the spectacle of the product. Anyone who doesn’t understand why someone delights in the sight of a destructed product is a merchant or a cop. The fires that warmed the bodies of the revolted in these long December nights were full of the liberated products of our toil, from the disarmed symbols of what used to be an almighty fantasy. We simply took what belonged to us and we threw it to the fire together with all its co-expressions. The grand potlatch of the past few days was also a revolt of desire against the imposed rule of scarcity. A revolt of the gift against the sovereignty of money. A revolt of the anarchy of use value against the democracy of exchange value. A revolt of spontaneous collective freedom against rationalised individual coercion.


Δεν υπάρχουν σχόλια: