Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Μέιλ που λάβαμε...

Σάββατο βράδυ, ο φίλος μου και εγώ αποφασίζουμε να βγούμε βόλτα στη
γειτονία, ίσως να φάμε κάτι, ίσως να δούμε καναν άνθρωπο, κάτι χαλαρό.
Συναντίομαστε με ένα φιλικό ζευγάρι που μένει στη γειτονιά και
καθόμαστε σε μια ταβέρνα για φαί. Ξαφνικά μυρωδιά δακρυγόνου. Στο
δρόμο ο
κόσμος τρέχει κρύβοντας το πρόσωπό του. Ψέκασαν τη
Βαλτετσίου.Βγαίνουμε για να δούμε τι γίνεται. ΜΑΤ σε κάθε στενό,
φωτιές, χάος.
Βρισκόμαστε ανάμεσα σε μια ομάδα κατοίκων που στέκονται στην Κωλέττη
με τα ΜΑΤ από πίσω μας. Στο Πολυτεχνίο πόλεμος.
Στη Στουρνάρη κι άλλα ΜΑΤ σε απόσταση αναπνοής και έτοιμοι να
επέμβουν. Οι κάτοικοι αγανακτησμένοι βγαίνουν στα μπαλκόνια και τους
γιουχάρουν.
Είμαστε είκοσι άτομα, τριάντα το πολύ κι όμως με φωνές, συνθήματα και
επιμονή καταφέρουμε να διώξουμε τα ΜΑΤ από την πάνω μεριά της
πλατείας. Ένα αίσθημα ικανοποίησης πλανάται στον αέρα, τους διώξαμε.
Πρέπει να διώξουμε κι αυτούς που είναι στη Στουρνάρη, φωνάζει κάποιος.
Το πλήθος κατευθύνεται προς το μέρος τους φωνάζοντας ΕΞΩ ΟΙ ΜΑΤΣΟΙ ΑΠΟ
ΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ. Τα ΜΑΤ όμως, αυτή τη φορά φαίνεται λόγω εντολής,
φεύγουν πετώντας δακρυγόνα πίσω τους (γιατί άραγε...) για να
παραταχτούν σε πιο διακριτικά σημεία και να μην προκαλούν την οργή των
κατοίκων
που σύσωμοι τους γιούχαραν με μανία. Η Στουρναρη μένει αφύλακτη και ο
δρόμος για το Πολυτεχνείο ανοιχτός. Κάτι καταφέραμε. Οι τέσσερείς
μας στεκόμαστε σε απόσταση από το Πολυτεχνείο μαζί με άλλο κόσμο που
αποδοκιμάζει τα ΜΑΤ όταν εμφανίζονται που και που από τα στενά. Σε
κάθε
γωνία γύρω από την Στουρνάρη συγκεντρώνεται κι άλλος κόσμος που
διαπληκτίζεται λεκτικά με τα ΜΑτ.

Μια ώρα αργότερα ο κόσμος έχει αρχίσει να εγκαταλέιπει τον χώρο και το
πλήθος στον δρόμο λιγοστεύει αισθητά. Εμείς στεκόμαστε στη μέση της
Στουρνάρη, χωίς κουκούλες, χωρίς να κρατάμε τίποτα στα χέρια μας,
χωρίς καμία πρόθεση εκτός από το να ενισχύουμε έστω και με την
παρουσία μας,
έστω και με τις φωνές μας την μάχη ενάντια στην καταστολή. Αυτή τη
μάχη ενάντια στην αυθαιρεσία της χρήσης όπλων μαζικής υποταγής, αυτή
τη
μάχη που δίνει σάρκα και οστά στη διαφορετικότητα που θα έπρεπε να
προασπίζεται κάθε κοινωνία ενός συγκεκριμένου μορφωτικού και
πολιτιστικού
επιπέδου. Σε κάθε γωνία ομάδες ατόμων συνεχίζουν να αποδοκιμάζουν τα
ένστολα τέρατα που προασπίζουν τις σάπιες αρχές της κοινωνίας μας.
Ορίζεται άραγε το περιστατικό σαν κομματι μιας ευρύτερης κοινωνικής
επανάστασης; Η ιστορία θα το δείξει, αν πρώτα το καταγράψει φυσικά.
Αλλά δυστυχώς φαίνεται ότι κι αυτή γνωρίζει ότι την αφήνουν να
γνωρίσει, όπως κι εμείς μαθαίνουμε ότι μας επιτρέπεται να μάθουμε.
Θλίψη λοιπόν στη σκέψη ότι κανείς από αυτούς
που δεν παραβρέθηκαν εκεί δε θα μάθει τι πραγματικά συνέβη. Θλίψη άλλα
όχι απογοήτευση, γιατί εμείς θα ξέρουμε. Θα ξέρουμε πως τα ΜΑΤ
τράπηκαν
σε φυγή εξ'αιτίας των δυνατών κραυγών αγανάκτησης των κατοίκων όπως θα
μαθαίναμε ότι λίγο αργότερα δυο δυμοιρίες θα επιτίθονταν σε δυό
ζευγάρια
που ένιωσαν την υποχρέωση να προστατεύσουν τη γειτονιά τους από τη
λύσα της καταστολής.

Μετράμε τις φορές που τα τέρατα έριξαν δακρυγόνα και γελάμε στην ιδέα
πως πλέον τα έχουμε συνηθίσει. Στην κάθετο της Στουρνάρη από τη μεριά
της
πλατείας η ομάδα που βρίσκεται στη γωνία συνεχίζει ακούραστα να
γελοιοποιεί την ενσάρκωση της φασιστικής όψης της δημοκρατίας. Η οργή
όμως έχει
καταλαγιάσει, τα σχόλια είναι περιπεχτικά, ο κόσμος γελάει αρκετά με
τις πλέον χαριτωμένες προσβολές που δέχονται τα τέρατα. Οι τέσσερείς
μας έχουμε ξεχάσει να κοιτάξουμε την ώρα ή τον περίγυρώ μας και
αντιλαμβανόμαστε πως είμαστε πλέον μόνοι μας σε εκείνο το σημείο,
κανείς γύρω μας.
Τη στιγμή που σχηματίστηκε η ιδέα να πάμε προς κάποια μεριά μακρυά από
το στόχαστο των τεράτων βλέπουμε τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί στη
γωνία και μέχρι πρίν γελούσε και χλέυαζε τα ΜΑΤ να τρέχει πανικόβλητος
προς τη μεριά μας. Δακρυγόνo;Αποκλείεται, σκεφτήκαμε. Μέχρι να
συνειδητοποιήσουμε
τι συμβαίνει κοιτάμε πίσω μας και βλέπουμε δυο δυμοιρίες με σηκωμένες
ασπίδες και γκλόμπ να έρχονται κατα πάνω μας. Οι εντολές των τεράτων
ήταν
ξεκάθαρες: ΤΣΑΚΙΣΤΕ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΒΡΘΕΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΣΑΣ. Μην τρέχετε, μου
λέει ο φίλος μου, αν δεν τρέχουμε δε θα μας πειράξουν. Γιατί να μας
πειράξουν,
ψιθύρισε αχνά και φοβισμένα η φωνή της λογικής. Μόνο που ήταν αργά κι
η λογική, όπως και οι συνάνθρωποι, συμπολίτες συμπατριώτες μας
κοιμόνταν.
Το πληθος έτρεχε προς τη μεριά μας, τους κυνηγούσαν κι αυτούς. Όταν
μας είδαν να τρέχουμε (γιατί αν δεν τρέχαμε τώρα δεν θα τα έγραφα
αυτά, χωρίς
χέρια δε γράφει κανείς και χωρίς φωνή δε μιλάει) προς το μέρος τους
μας φώναξαν να πάμε από την άλλη και σε μια έκλαμψη ψυχραιμίας τους
απάντησα
έρχονται κι από εκέι.

Λίγα μέτρα πιο κάτω δυό παιδιά κατάφεραν να ανοίξουν την πόρτα της
πολικατοικίας τους και να βάλουν μέσα όσο κόσμο μπορούσαν.Δυο τέρατα
μας έιδαν
να μπαίνουμε και έσπασαν τη τζαμαρία της πολικατοικίας για να μας
πιάσουν. Εγώ κι ο φίλος μου έιχαμε ήδη ανέβει κάποια σκαλία όταν
έιδαμε τη τζαμαρία
να σπαέι στη πλάτη του φίλου μας ο οποίος καθώς έτρωγε ξύλο προστάτευε
και την κοπέλα του απο τη λύσσα των τεράτων.Ανεβήκαμε κάποιους ορόφους
τρομαγμένοι, όχι τόσο από την κατάσταση αλλά από τη στυγνή
συνειδητοποίηση ότι αυτοί οι τύποι δεν είναι τίποτα άλλο παρα
δολοφώνοι. Μπήκαμε στο
διαμέρισμα των παιδιών και σιωπηλά επεξεργαστήκαμε τις σκηνές μία μία
με σκοπό να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: