Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Up against the wall motherfuckers! We’ve come for what’s ours.._eng.ger.fr.

Up against the wall motherfuckers!
We’ve come for what’s ours..


Αυτές τις µέρες οργής, το θέαµα ως εξουσιαστική σχέση, ως η σχέση που εντυπώνει τη µνήµη στα πράγµατα και στα σώµατα βρίσκει απέναντί του µια διάχυτη αντιεξουσία η οποία απεδαφικοποιεί τις εντυπώσεις, επιτρέποντάς τους να πλανηθούν πέρα από την τυραννία της εικόνας, στο πεδίο των αισθήσεων. Οι αισθήσεις επιτελούνται πάντοτε ανταγωνιστικά –πράτονται πάντα ενάντια σε κάτι– µα υπό την παρούσα συνθήκη οδηγούνται σε µια ολοένα και πιο οξυµµένη, ριζική πόλωση.

Απέναντι στα ειρηνιστικά γελοιογραφήµατα του αστικού τύπου, “η βία είναι απαράδεχτη πάντα, πάντοτε, παντού”, δεν µπορούµε παρά να καγχάσουµε: ο κανόνας σας, ο κανόνας της πραότητας και της συναίνεσης, του διαλόγου και της αρµονίας, δεν είναι παρά η υπολογισµένη απόλαυση της αγριότητας, η υπεσχηµένη αιµατοχυσία. Το δηµοκρατικό καθεστώς µε το ειρηνικό προσωπείο δεν σκοτώνει κάθε µέρα Αλέξηδες ακριβώς γιατί σκοτώνει κάθε µέρα χιλιάδες Αχµέτ, Φατιµάδες, Χόρχε, Τζιν Τιάο, και Μπενατζίρ: γιατί σκοτώνει συστηµατικά, δοµικά και αµείλικτα ολόκληρο τον τρίτο κόσµο, δηλαδή το παγκόσµιο προλεταριάτο. Έτσι, µέσα από αυτή την σφαγή που µε πραότητα διεξάγεται καθηµερινά, γεννιέται η ιδέα της ελευθερίας: όχι σαν ένα δήθεν πανανθρώπινο αγαθό, όχι σαν ένα φυσικό δικαίωµα όλων, µα ως η πολεµική ιαχή των κολασµένων, ως το πρόταγµα του εµφύλιου πολέµου.

Η ιστορία της έννοµης και της αστικής τάξης µας πλένει το µυαλό µε µιαν εικόνα αργής και σταθερής προόδου της ανθρωπότητας στην οποία η βία φαντάζει σα µια θλιβερή εξαίρεση κάποιων οικονοµικά, συναισθηµατικά και πολιτισµικά υπανάπτυκτων. Όµως όλοι όσοι έχουµε συνθλιβεί στα θρανία, στα γραφεία, στα εργοστάσια, γνωρίζουµε πολύ καλά πως η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο από µια αλληλουχία βιοπραγιών η οποία εγκαθίσταται σε ένα σκαιό σύστηµα κανόνων. Οι καρδινάλιοι της οµαλότητας δακρύζουν για τον νόµο που παραβιάστηκε από την σφαίρα του γουρουνιού Κορκονέα. Όµως ποιος δεν γνωρίζει πως η ισχύς του νόµου είναι απλά η ισχύς των ισχυρών; Πως ο νόµος ο ίδιος είναι αυτός που επιτρέπει να ασκηθεί βία επί βίας; Ο νόµος είναι πέρα για πέρα κενός, δηλαδή δεν περιέχει κανένα νόηµα, κανέναν στόχο πέρα από την κωδικοποιηµένη ισχύ της επιβολής.

Παράλληλα, η διαλεκτική των αριστερών προσπαθεί να κωδικοποιήσει την σύγκρουση, την µάχη, τον πόλεµο, µε την λογική της σύνθεσης των αντιθέτων. Κατασκευάζει έτσι µια τάξη, µια ειρηνοποιηµένη συνθήκη όπου καθετί βρίσκει την θεσούλα του. Όµως το πεπρωµένο της σύγκρουσης δεν είναι η σύνθεση, και το πεπρωµένο του πολέµου δεν είναι η ειρήνη. Η κοινωνική εξέγερση αποτελεί την συµπύκνωση κι έκρηξη χιλιάδων αρνήσεων, µα δεν περιέχει ούτε σ’ ένα της µόριο, ούτε σε µία της στιγµή την ίδια της την άρνηση, το ίδιο της το τέλος. Αυτό έρχεται πάντοτε βαρύ και σκυθρωπό σαν βεβαιότητα από τα έξω, από τους θεσµούς της µεσολάβησης και της εξοµάλυνσης, από τους αριστερούς που υπόσχονται ψήφο στα 16, αφοπλισµό µα διατήρηση των γουρουνιών, κοινωνικό κράτος, κοκ. Από όσους δηλαδή επιθυµούν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά οφέλη πάνω στις πληγές των άλλων. Η γλυκύτητα του συµβιβασµού τους στάζει αίµα.

Η κοινωνική αντιβία δεν µπορεί να κατηγορηθεί για αυτό το οποίο δεν εικάζει: είναι µια βία πέρα για πέρα καταστροφική. Αν οι αγώνες της νεωτερικότητας έχουν να µας διδάξουν κάτι, αυτό δεν είναι η θλιβερή προσκόλλησή τους στο υποκείµενο (τάξη, κόµµα, γκρούπα), µα ο µεθοδολογικός τους αντιδιαλεκτισµός: η πράξη της καταστροφής δεν οφείλει κατ’ ανάγκη να ενέχει µια διάσταση δηµιουργίας. Με άλλα λόγια, η καταστροφή του παλιού κόσµου και η δηµιουργία του νέου αποτελούν δύο διακριτά αλλεπάλληλες διαδικασίες. Το ζήτηµα λοιπόν είναι ποιες µέθοδοι καταστροφής του υπαρκτού µπορούν να αναπτυχθούν σε διαφορετικά σηµεία και στιγµές της εξέγερσης. Ποιες µέθοδοι µπορούν όχι απλά να συντηρήσουν την ένταση και την έκταση των ταραχών, µα να συντελέσουν στην ποιοτική τους αναβάθµιση. Οι επιθέσεις σε τµήµατα, οι συγκρούσεις και οι αποκλεισµοί, τα οδοφράγµατα και οι οδοµαχίες αποτελούν πια καθηµερινό και κοινωνικοποιηµένο φαινόµενο στην µητρόπολη και πέρα από αυτήν. Κι έχουν συντελέσει σε µια σχετική απορύθµιση του κύκλου παραγωγής-κατανάλωσης. Δεν παύουν όµως να µένουν σε µια µερική στοχοποίηση του εχθρού, εξόφθαλµη και άµεση στον καθένα, αλλά εγκλωβισµένη σε µια και µόνο διάσταση της επίθεσης στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, η ίδια η διαδικασία παραγωγής και κυκλοφορίας των εµπορευµάτων, µε άλλα λόγια ο κορµός της σχέσης-κεφάλαιο δεν πλήττεται παρά έµµεσα από τις κινητοποιήσεις. Ένα φάντασµα πλανάται πάνω από την καµένη πόλη: η γενική άγρια απεργία διαρκείας.

Η παγκόσµια καπιταλιστική κρίση έχει στερήσει από τα αφεντικά την πιο δυναµική, την πιο εκβιαστική απάντηση στην εξέγερση: «Εµείς σας δίνουµε τα πάντα, και για πάντα, ενώ αυτοί το µόνο που προσφέρουν είναι ένα αβέβαιο παρόν». Με την µια εταιρία να καταρρέει µετά την άλλη, ο καπιταλισµός και το κράτος του δεν είναι πια σε θέση να υποσχεθούν τίποτα πέρα από χειρότερες ηµέρες, σφίξιµο του ζωναριού, απολύσεις, αναστολή των συντάξεων, περιστολή της περίθαλψης, σύνθλιψη της δωρεάν παιδείας. Αντίθετα σε 7 µόνο ηµέρες οι εξεγερµένοι έχουν αποδείξει έµπρακτα τι µπορούν να κάνουν: να µετατρέψουν την πόλη σε πεδίο µάχης, να δηµιουργήσουν θύλακες κοµµούνων κατά µήκος του αστικού ιστού, να εγκαταλείψουν τον ατοµισµό και την µίζερη ασφάλειά τους αναζητώντας την σύνθεση της συλλογικής τους δύναµης και την ολική καταστροφή αυτού του δολοφονικού συστήµατος.

Σε τούτο τον ιστορικό κόµβο της κρίσης, της οργής και της απαξίωσης των θεσµών στον οποίο στεκόµαστε επιτέλους, το µόνο που µπορεί να µετατρέψει την συστηµική αποδιάρθρωση σε κοινωνική επανάσταση είναι η ολική άρνηση εργασίας. Όταν οι οδοµαχίες θα δίνονται σε δρόµους σκοτεινούς από µια απεργία της ΔΕΗ, όταν οι συγκρούσεις θα συντελούνται εν µέσω τόνων αµάζευτων σκουπιδιών, όταν τα τρόλεϊ θα κλείνουν τις οδικές αρτηρίες εµποδίζοντας την διέλευση των µπάτσων, όταν ο απεργός δάσκαλος θα ανάβει το στουπί του εξεγερµένου µαθητή, τότε πια θα µπορούµε να πούµε: κανάγιες, οι µέρες της κοινωνίας σας είναι µετρηµένες, ζυγιάσαµε τις χαρές της και τα δίκια της και τα βρήκαµε λειψά. Κι αυτό σήµερα δεν είναι πια µια φαντασίωση, µα µια απτή δυνατότητα στο χέρι του καθένα µας: η δυνατότητα να δράσουµε συγκεκριµένα πάνω στο συγκεκριµένο. Η δυνατότητα για την έφοδο στον ουρανό.

Αν όλα αυτά, δηλαδή η επέκταση της σύγκρουσης στη σφαίρα της παραγωγής-κυκλοφορίας, µε σαµποτάζ κι άγριες απεργίες, φαντάζουν ακόµα άγουρα, ίσως φταίει που δεν έχουµε ακόµα καταλάβει πόσο γρήγορα αποσυντίθεται η εξουσία, πόσο γρήγορα οι συγκρουσιακές πρακτικές και οι αντιιεραρχικές µορφές οργάνωσης κοινωνικοποιούνται: από τους µαθητές που λιθοβολούν τµήµατα, µέχρι δηµοτικούς υπαλλήλους και γείτονες που καταλαµβάνουν δηµαρχεία. Η επανάσταση δεν γίνεται µε δεήσεις και ευσέβεια προς τις ιστορικές συνθήκες. Πραγµατοποιείται µε το να αδράξουµε και την παραµικρή πιθανότητα ανταρσίας σε κάθε πτυχή του κοινωνικού, µε το να µετατρέψουµε την κάθε διστακτική χειρονοµία αποδοκιµασίας των µπάτσων σε οριστικό χτύπηµα στα θεµέλια αυτού του συστήµατος.

...off the pigs!

malaria

Up against the wall motherfuckers! We’ve come for what’s ours…

In these days of rage, spectacle as a power-relation, as a relation that imprints memory onto objects and bodies, is faced with a diffuse counter-power which deterritorialises impressions allowing them to wonder away from the tyranny of the image and into the field of the senses. Senses are always felt antagonistically (they are always acted against something) – but under the current conditions they are driven towards an increasingly acute and radical polarisation.

Against the supposedly peaceful caricatures of bourgeois media (“violence is unacceptable always, everywhere”), we can only cachinnate: their rule, the rule of gentle spirits and consent, of dialogue and harmony is nothing but a well calculated pleasure in beastliness: a promised carnage. The democratic regime in its peaceful façade doesn’t kill an Alex every day, precisely because it kills thousands of Ahmets, Fatimas, JorJes, Jin Tiaos and Benajirs: because it assassinates systematically, structurally and without remorse the entirety of the third world, that is the global proletariat. It is in this way, through this calm everyday slaughter, that the idea of freedom is born: freedom not as a supposedly panhuman good, nor as a natural right for all, but as the war cry of the damned, as the premise of civil war.

The history of the legal order and the bourgeois class brainwashes us with an image of gradual and stable progress of humanity within which violence stands as a sorry exception stemming from the economically, emotionally and culturally underdeveloped. Yet all of us who have been crushed between school desks, behind offices, in factories, know only too well that history is nothing but a succession of bestial acts installed upon a morbid system of rules. The cardinals of normality weep for the law that was violated from the bullet of the pig Korkoneas (the killer cop). But who doesn’t know that the force of the law is merely the force of the powerful? That it is law itself that allows for violence to be exercised on violence? The law is void from end to bitter end; it contains no meaning, no target other than the coded power of imposition.

At the same time, the dialectic of the left tries to codify conflict, battle and war, with the logic of the synthesis of opposites. In this way it constructs an order; a pacified condition within which everything has its proper little place. Yet, the destiny of conflict is not synthesis – as the destiny of war is not peace. Social insurrection comprises the condensation and explosion of thousands of negations, yet it does not contain even in a single one of its atoms, nor in a single one of its moments its own negation, its own end. This always comes heavy and gloomy like a certainty from the institutions of mediation and normalisation, from the left promising voting rights at 16, disarmament but preservation of the pigs, a welfare state, etc. Those, in other words, who wish to capitalise political gains upon the wounds of others. The sweetness of their compromise drips with blood.

Social anti-violence cannot be held accountable for what it does not assume: it is destructive from end to end. If the struggles of modernity have anything to teach us, it is not their sad adhesion upon the subject (class, party, group) but their systematic anti-dialectical process: the act of destruction does not necessarily ought to carry a dimension of creation. In other words, the destruction of the old world and the creation of a new comprise two discrete but continuous processes. The issue then is which methods of destruction of the given can be developed in different points and moments of the insurrection. Which methods cannot only preserve the level and the extent of the insurrection, but contribute to its qualitative upgrading. The attacks on police stations, the clashes and roadblocks, the barricades and street battles now comprise an everyday and socialised phenomenon in the metropolis and beyond. And they have contributed to a partial deregulation of the circle of production and consumption. And yet, they still comprise in a partial targeting of the enemy; direct and obvious to all, yet entrapped in one and only dimension of the attack against dominant social relations. However, the process of production and circulation of goods in itself, in other words, the capital-relation, is only indirectly hit by the mobilisations. A spectre hovers over the city torched: the indefinite wild general strike.

The global capitalist crisis has denied the bosses their most dynamic, most extorting response to the insurrection: “We offer you everything, for ever, while all they can offer is an uncertain present”. With one firm collapsing after the other, capitalism and its state are no longer in a position to offer anything other than worse days to come, tightened financial conditions, sacks, suspension of pensions, welfare cuts, crush of free education. Contrarily, in just seven days, the insurgents have proved in practice what they can do: to turn the city into a battlefield, to create enclaves of communes across the urban fabric, to abandon individuality and their pathetic security, seeking the composition of their collective power and the total destruction of this murderous system.

At this historical conjuncture of crisis, rage and the dismissal of institutions at which we finally stand, the only thing that can convert the systemic deregulation into a social revolution is the total rejection of work. When street fighting will be taking place in streets dark from the strike of the Electricity Company; when clashes will be taking place amidst tons of uncollected rubbish, when trolley-buses will be closing streets, blocking off the cops, when the striking teacher will be lighting up his revolted pupil’s molotov cocktail, then we will be finally able to say: “Ruffians, the days of your society are numbered; we weighted its joys and its justices and we found them all too short”. This, today, is no longer a mere fantasy but a concrete ability in everyone’s hand: the ability to act concretely on the concrete. The ability to charge the skies.

If all of these, namely the extension of the conflict into the sphere of production-circulation, with sabotages and wild strikes seem premature, it might just be because we haven’t quite realised how fast does power decomposes, how fast confrontational practices and counter-power forms of organising are socially diffused: from high school students pelting police stations with stones, to municipal employees and neighbours occupying town halls. The revolution does not take place with prayers towards and piety for historical conditions. It occurs by seizing whatever opportunity of insurrection in every aspect of the social; by transforming every reluctant gesture of condemnation of the cops into a definite strike to the foundations of this system.

Off the pigs!

14/12/2008 Initiative from the occupation of the Athens School of Economics and Business

german translation

Gegen die Wand! Wir kamen um uns zu holen was uns zusteht…

In diesen Tagen der Wut ist das Spektakel als ein Machtverhältnis, als ein Verhältnis, das Erinnerung Objekten und Körpern aufdrückt konfrontiert mit einer diffusen Gegenmacht, die Impressionen von der Tyrannei der Bilder löst und sie in den Bereich der Sinne, der Gefühle bringt. Gefühle werden immer anatgonistisch gefühlt (die sind immer gegen etwas gerichtet) - aber unter den aktuellen Umständen werden sie in Richtung einer absolut akuten und radikalen Polarisation verlagert.

Gegen die angeblich friedvollen Karikaturen der bourgeoisen Medien (”Gewalt ist immer inakzeptabel, überall”), können wir nur sagen: ihre Regeln, ihre Regeln von Harmonie, Konsens und Dialog sind nichts als eine gut kalkulierte Fassade in Boshaftigkeit: ein versprochenes Blutbad. Das demokratische Regime tötet nicht jeden Tag einen Alex, aber es tötet täglich tausende Ahemds, Fatimas, JorJes, Jin Taos und Benajirs: weil es systhematisch tötet, strukturell und ohne Reue, besonders in der sogenannten 3. Welt, welche das globale Proletsriat darstellt. Und durch eben dieses tägliche, ruhige Gemetzel entsteht die Idee der Freiheit: Freiheit ist nicht wie ein gesamtmenschliches Gut, oder wie ein natürliches Recht für alle, aber sie ist wie der Kriegsschrei der Verdammten, die Prämisse des zivilen, sozialen Krieges.

Die Geschichte der bürgerlich-gesetzlichen Ordnung und die Bourgeois verpasst uns eine Gehirnwäsche mit einem Bild
eines schrittweisen, stabilen Prozesses, in dem Gewalt als eine leidvolle Ausnahme, die von den ökonomisch, emotional und kulturell Unterentwickelten stammt. Alle von uns, die hinter Schultische, in Büros oder in Fabriken gezwängt wurden, wissen das die Geschichte nichts ist als eine Abfolge von bestialischen Taten eines morbiden Systems von Regeln. Die Kardinäle der Normalität rufen nach dem Gesetz, das von der Kugel des Killerpigs Korkoneas (Aelxis Mörder) durchgesetzt wurde. Aber wer weiß nicht das die Kraft des Gesetzes die Kraft der Mächtigen ist? Das es das Gesetz selbst ist, das die Gewalt produziert? Das Gesetz ist ungültig von seinem Ende bis zu seinem bitteren Ende; es hat keine Bedeutung, kein Ziel ausser die codierte Macht der Auferlegung.

Zur gleichen Zeit versucht die Dialektik der Linken den Konflikt, Schlacht und Krieg mit der Logik der Synthese von Gegenteilen zu codieren. Auf diese Weise kontruiert sie eine Ordnung, eine befriedete Ordnung in der alles seinen kleinen, festen Platz hat. Momentan ist die Bestimmung des Konfliktes nicht die Synthese - und die Bestimmung des Krieges nicht der Frieden. Soziale Insurrektion fasst die Kondensation und Explosion von tausenden Negationen zusammen, und sie enthält in keinem Teil ihr Ende.
This always comes heavy and gloomy like a certainty from the institutions of mediation and normalisation, from the left promising voting rights at 16, disarmament but preservation of the pigs, a welfare state, etc. (A.d.Ü:Bitte um Übersetzung!)
In anderen Worten: die, die sich wünschen politische Kräfte gegen die Wunden anderer zu nutzen. Die Süße ihrer Kompromisse ist blutgetränkt.

Soziale Anti-Gewalt kann nicht für das geschätzt werden, das sie voraussetzt: Sie ist durch und durch destruktiv. Wenn die Kämpfe der Moderne uns irgendwas beibringen können, ist es nicht ihre Anhänglichkeit dem Subjekt(Klasse, Partei, Gruppe) sondern ihr systematischer anti-dialektischer Prozess: Der Akt der Destruktion muss keine Kreation beinhalten. In anderen Worten, die Destruktion der bestehenden und die Konstruktion einer neuen Welt braucht einen kontinuierlichen Prozess. Dann gilt: Die Methoden der Destruktion des Bestehenden können an vielen Punkten und Momenten der Insurrektion weiterentwickelt werden.
Methoden müssen her, die nicht nur das Level der Insurrektion oder ausdehnen, sondern auch ihre Qualität erhöhen. Die Angriffe auf Polizeistationen, die Straßenblockade, die Barrikaden und die Riots gleichen mittlerweile einem täglichen und sozialisierten Phänomen der Metropolen und darüber hinaus. Und sie haben zu einer teilweisen Deregulierung des Porduktions-Konsums-Kreislaufes beigetragen. Und trotzdem >compromise<>

Die globale Krise des Kapitalismus hat den Bossen die dynamischste, wirksamste Antwort auf den Aufstand, die Insurrektion genommen: “Wir geben euch alles, für immer, während alles, was wir euch geben können eine unsichere Gegenwart ist.”
Mit einem Firmenkollaps nach dem anderen sind der Kapitalismus und sein Staat nicht länger in der Lage etwas anderes zu bieten als schlechte Zeiten, schlechte finanzielle Verhältnisse, Säcke, Aufhebung der Alterspension, Abstricke an der Wohlfahrt und Krisen der Bildung. In nur sieben Tagen haben die Aufständischen gezeigt was sie können: die Stadt in ein Schlachtfeld verwandeln, Enklaven der Kommunen in der urbanen Fabrik errichten, Individualität und ihre pathetische Sicherheit abschaffen, auf der Suche nach der Verkollektvierung von Kraft und der totalen Dekonstruktion dieses mörderischen Systems.

In dieser historischen Konjunktur der Krisen, der Wut und der Unfähigkeit der Institutionen, an der wir gerade sind ist das einzige, das die systematische Deregulierung in eine soziale Revolution wandeln kann, die totale verweigerung von Arbeit. Wenn sie Kämpfe auf dunklen Straßen stattfinden, weil die Elektriker_innen streiken; wenn die Kämpfe inmitten von nicht-abgeholtem Müll stattfinden, wenn Straßenbahnen die Straßen blockieren, wenn die streikende Lehrerin ihren Schülern die Mollies anzündet, dann sind wir an dem Punkt zu sagen: “Grobiane, die Stunden eurer Gesellschaft sind gezählt; wir haben ihre Gerechtigkeit und ihre Wonnen gegeneinander aufgewogen, und beides war zu wenig”. Dies ist heute nicht mehr bloß eine Fantasie, sondern eine konkrete Fähigkeit in jedermenschs Hand:
Die Fähigkeit, konkret gegen das Konkrete zu handeln. Die Fähigkeit die Himmel anzugreifen.

Wenn all dies, also die Expansion des Konfliktes in die Sphäre der Produktionszirkulation, mit Sabotage und wilden Streiks, zu frühzeitig klingt, liegt dies vielleicht daran, dass wir noch nicht ganz begirffen haben, wie schnell Macht zerfällt, wie schnell konfrontative Praxis und Gegenmacht sozial verbreitet sind:
Von High-School-Schüler_Innen, die Polizeistationen mit Steinen angreifen zu “normalen” Arbeiter_innen und Anwohner_innen, die Rathäuser besetzen.
Die Revolution findet nicht durch Gebete und Frömmigkeit gegenüber historischen Umständen statt.
Sie geschieht durch das Ergreifen der Chance auf Aufstand, Insurrektion, wo sie sich bietet, in jedem Aspekt des Sozialen; durch das Transformieren jeder Nachlässigkeit der Cops zu einem definitiven Schlag gegen die Fundamente dieses Systems.

Off the pigs!

14/12/2008 Initiative from the occupation of the Athens School of Economics and Business


french translation

Alignés au mur, fils de pute ! Nous sommes arrivés pour prendre ce qui nous appartient…

En ces jours de rage, le spectacle comme une relation de puissance, une relation qui imprime son souvenir sur les objets et les corps, est confronté à un diffus contre-pouvoir qui déterritorialise le vécu, lui permettant de s’éloigner de la tyrannie de l’image pour s’aventurer dans le domaine des sens. Les sens ont toujours été perçus comme antagonistes (ils réagissent toujours contre quelque chose), mais dans les conditions actuelles, ils se dirigent vers une polarisation de plus en plus aiguë et radicale.

Des caricatures soi-disant pacifiques des médias bourgeois ( “la violence est toujours inacceptable, partout dans le monde”), nous ne pouvons que nous gausser : leur loi, leur loi d’esprit obéissant et consentant, de dialogue et d’harmonie ne sont rien d’autre qu’un bestial plaisir bien calculé : un carnage garanti. Le régime démocratique sous son verni pacifique ne tue pas un Alex chaque jour, précisément parce qu’il tue des milliers de Ahmets, Fatimas, JorJes, Jin Tiaos et Benajirs: parce qu’il assassine systématiquement, structurellement et sans remords l’ensemble du tiers monde, qui est le prolétariat mondial. C’est de cette façon, à cause de ce quotidien massacre à froid, qu’est née l’idée de liberté : la liberté non pas comme un prétendu bienfait humain, ni comme un droit naturel pour tous, mais comme le cri de guerre des damnés, comme le principe de la guerre.

La classe bourgeoise et son histoire officielle nous lavent le cerveau avec la légende d’un progrès graduel et stable de l’humanité au sein duquel la violence n’est qu’une désolante exception découlant d’un sous-développement économique, culturel et émotionnel. Pourtant, nous tous qui avons été écrasés entre les pupitres d’école, derrière les bureaux, les usines, ne savons que trop bien que l’histoire n’est rien d’autre qu’une succession d’actes bestiaux reposant sur un système de règles mortifères. Les gardiens de la normalité déplorent que la loi ait été violée par la balle du revolver de Korkoneas le Porc (le flic tueur). Mais qui ne sait pas que la vigueur de la loi est simplement la force de la puissance ? Que c’est la loi elle-même qui permet le recours à la violence contre la violence? La loi est vide de bout en bout, elle n’a aucun sens, ni aucun autre but que celui de déguiser la force du pouvoir.

Dans le même temps, la dialectique de la gauche tente de codifier le conflit, la bataille et la guerre, avec la logique de la synthèse des contraires. De cette manière, il construit un ordre, un état pacifié au sein duquel tout a sa propre petite place. Pourtant, le destin du conflit n’est pas la synthèse - comme le destin de la guerre n’est pas la paix. L’insurrection sociale contient la condensation et l’explosion de milliers de négations, pourtant elle ne contient en aucune de ses sous-parties, ni en aucun de ses moments, sa propre négation, sa propre fin. C’est toujours avec une certitude lourde et sombre qu’arrivent les institutions de médiation et de normalisation, de la gauche promettant le droit de vote dès 16 ans, le désarmement mais le maintien des porcs, l’État-providence, etc. En d’autres termes, en voilà qui souhaitent tirer un gain politique de nos blessures. La douceur de leur compromis suinte le sang.

Ceux qui sont contre la violence sociale ne peuvent pas être tenus pour responsables de ce qu’ils n’assument pas: ils sont destructeurs de bout en bout. Si les luttes contemporaines ont quelque chose à nous apprendre, ce n’est pas leur triste consensus sur un objet (la classe, le parti, le groupe), mais leur processus systématiquement anti-dialectique: pour eux, l’acte de destruction ne contient pas nécessairement une partie créative. En d’autres termes, la destruction de l’ancien monde et la création d’un nouveau monde sont pour eux deux processus discrets mais continus. Pour nous, la question est plutôt quelles méthodes de destruction de l’existant peuvent être développées en différents lieux et moments de l’insurrection ?

Quelles méthodes peuvent non seulement maintenir le niveau et l’ampleur de l’insurrection, mais contribuer à son amélioration qualitative ? Les attaques de commissariats, les affrontements et les barrages routiers, les barricades et les batailles de rue, sont maintenant un phénomène social quotidien dans les villes et au-delà. Et ils ont contribué à une déréglementation partielle du cycle de production et de consommation. Et pourtant, ils ne sont qu’une attaque partielle de l’ennemi; il est évident que nous restons piégés dans une seule et unique dimension de l’attaque contre les relations sociales dominantes. Car le processus de production et de circulation des marchandises en lui-même, autrement dit le capital comme relation, n’est qu’indirectement touché par les mobilisations. Un spectre plane sur la ville embrasée : celui de la grève générale sauvage à durée indéterminée.

La crise capitaliste mondiale a ôté aux patrons leur réponse la plus énergique et la plus mensongère à l’insurrection: «Nous vous offrons tout et pour toujours, alors que tout ce qu’eux peuvent vous offrir n’est qu’un présent incertain”. Avec ses entreprises qui s’effondrent les unes après les autres, le capitalisme et son Etat ne sont plus en mesure d’offrir quoi que ce soit d’autre qu’un lendemain pire de jour en jour, une situation financière asphyxiante, des licenciements, la suspension des pensions de retraite, des coupes dans les budgets sociaux, la fin de la gratuité de l’enseignement. Au contraire, en seulement sept jours, les insurgés ont prouvé par la pratique ce qu’ils peuvent faire: transformer la ville en un champ de bataille, créer des enclaves de communes dans l’ensemble du tissu urbain, abandonner l’individualité et sa sécurité pathétique, rechercher la formation de leur force collective et la destruction totale de ce système meurtrier.

À ce moment historique de la crise, moment de rage et de rejet des institutions auquel nous sommes finalement parvenus, la seule chose qui peut transformer le système de déréglementation en une révolution sociale est le rejet total du travail. Quand les combats se dérouleront dans des rues assombries par la grève de la compagnie d’électricité, lorsque les affrontements auront lieu au milieu de tonnes de déchets non collectés, lorsque les tramways seront abandonnés au milieu des rues, bloquant les flics, lorsque l’enseignant en grève allumera le cocktail molotov de son élève révolté, nous serons enfin en mesure de dire: Camarade, “les jours de cette société sont comptés ; ses raisons et ses mérites ont été pesés, et trouvés légers”. Aujourd’hui, cela n’est plus un simple fantasme, mais une possibilité réelle dans la main de chacun : la possibilité d’agir concrètement sur le concret. La possibilité d’apercevoir les cieux.

Si tout cela, à savoir l’extension du conflit dans la sphère de la production-distribution, avec ses sabotages et ses grèves sauvages, semble prématuré, ce ne serait que parce que nous n’avons pas réalisé à quelle vitesse le pouvoir se décompose, à quelle vitesse les méthodes de confrontation et les formes de contre-povoir se diffusent socialement : des lycéens qui caillassent les commissariats aux employés municipaux et aux voisins qui occupent les mairies. La révolution ne se fait pas par la croyance et la foi en des conditions historiques à venir. Elle se fait en saisissant n’importe quelle occasion d’insurrection dans chaque aspect de la vie sociale, en transformant notre animosité envers les flics en une grève définitive aux pieds de ce système.

Dehors les porcs!

14 décembre 2008 - Initiative du Comité d’Occupation de l’Ecole Athénienne d’Economie et d’Affaires


Δεν υπάρχουν σχόλια: